Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

ΔΙΠΛΟ ΚΑΘΗΚΟΝ


του δάσκαλου και δημοσιογράφου 
Χρήστου Ντρίτσου
        

  Οι αναμνήσεις  της παιδικής ηλικίας  περνούν, πολλές  φορές, σαν  φωτογραφικές ταινίες μπροστά στα μάτια μας. Η μια  μετά την άλλη. Και, μεταξύ αυτών, έρχονται πολλές φορές στη μνήμη μου, κάπως βιαστικά, για να βγουν στην αρχή, εκείνες του Ηρωικού ’40.  Ζωντανές κι αλησμόνητες.         
  
Ήταν τότε καιρός  πολέμου. Ακούγαμε  τις βροντές απ’  τις  βουνοκορφές του Τεπελενίου, τα ιταλικά αεροπλάνα να βουίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, τρέχαμε  στα καταφύγια να γλιτώσουμε από τους βομβαρδισμούς.


       Όμως, μέσα σ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να ξεχάσω ποτέ τον υπαξιωματικό  Γιάννη (Θυμάμαι ακόμα τ’ όνομά του). Υπηρετούσε στο Αρχηγείο του Ελληνικού Στρατού που βρισκόταν στο χωριό, απέναντι απ’ το σπίτι μου. Ψηλός και με λεβέντικο ρυθμικό περπάτημα. Όλοι τον αγαπούσαν και τον ζήλευαν.


       Του Γιάννη, όπως λέγανε, του είχε αναθέσει ο Διοικητής να κάνει καθημερινώς  την πρωινή γυμναστική στους φαντάρους  του Αρχηγείου. Διέταζε, έδειχνε το παράδειγμα του, συνέχαιρε, νευρίαζε. Και πιο πολύ, σαν κάπως λίγο εκνευρισμένα,  φώναζε σε κάποιον στρατιώτη που δεν μπορούσε, λόγω ηλικίας, να ακολουθήσει τους νέους. Αυτό συνέβαινε  κάθε πρωί. Κοιτάζαμε από τ’ απέναντι μπαλκόνια και κάπως λυπόμασταν τον ηλικιωμένο φαντάρο.
     
  Όμως  τα βράδια κάτι άλλο συνέβαινε με το Γιάννη και τον απλό φαντάρο. Διέμεναν στο ίδιο δωμάτιο, νιος και ηλικιωμένος, αξιωματικός και στρατιώτης. Και  βλέπαμε στο φως της νύχτας  κάτι που δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε. Ο αυστηρός αξιωματικός Γιάννης της πρωινής γυμναστικής, το βράδυ υπηρετούσε, σαν απλός στρατιώτης, τον ηλικιωμένο φαντάρο: του πήγαινε τον καφέ ή το τσάι, του έστρωνε το τραπεζάκι  με το συσσίτιο, του συγύριζε το κρεβάτι, τον σκέπαζε. Βλέπαμε όλα αυτά και δεν  πιστεύαμε στα μάτια μας.

      
 Κάποια  μέρα ένας  από μας, κάπως επιφυλακτικά, τόλμησε να τον ρωτήσει: «Μα, Γιάννη, δεν  καταλαβαίνουμε τίποτε με τη στάση σου, το πρωί αυστηρός με τον ηλικιωμένο και το βράδυ υπηρέτης του.»


       - Ναι, έχετε δίκιο, απάντησε εκείνος κι έλαμψε το πρόσωπό του. Ο  άνθρωπος αυτός ήταν  κάποτε δάσκαλός μου. Αυτός με έμαθε γραφή και ανάγνωση, μου μίλησε  στην τάξη για την  ιστορία μας, για την παράδοση, για  την πατρίδα… Τα χρόνια πέρασαν γοργά από τότε. Εγώ μεγάλωσα κι’ έγινα αξιωματικός κι αυτός τώρα φαντάρος. Κι η τύχη μας αντάμωσε ξανά. Ήρθαμε μαζί  να πολεμήσουμε. Κάνοντας και  οι δύο το καθήκον: Το πρωί αξιωματικός και στρατιώτης και το βράδυ δάσκαλος και μαθητής.


       Και είδαμε στα μάτια  του Γιάννη  χαρά και συγκίνηση. Γιατί εκτελούσε διπλό καθήκον. Επάξια. Όπως τον μάθαινε  κάποτε στην τάξη  ο  καλός δάσκαλος.
       Και να, κάποιο πρωί, εκείνου του τρομερού χειμώνα, αποχαιρετώντας μας, «με το χαμόγελο στα χείλη» και ψυχική περηφάνια, φύγαν  για το μέτωπο. Να πολεμήσουν μαζί. 
Δάσκαλος και μαθητής πλάι πλάι. Για την πατρίδα. 

Οκτώβριος 1914: Η επιστροφή του Ελληνικού Στρατού στη Βόρειο Ήπειρο και ο επίλογος του Αυτονομιακού Αγώνα

Η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τον Αύγουστο του 1914, ανάμεσα στην Αντάντ (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) και τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία) δημιούργησε νέες καταστάσεις στη διεθνή πολιτική σκηνή αλλά και στα Βαλκάνια.
Η Ιταλία αν και σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων παρέμεινε ουδέτερη προκειμένου να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν περισότερα ανταλλάγματα, ιδιαίτερα στην περιοχή της Αδριατικής, πριν ταχθεί με τον ένα ή τον άλλο συνασπισμό.
 
Για το σκοπό αυτό  αποδύθηκε σε έντονες παρασκηνιακές διπλωματικές διαβουλεύσεις κυρίως εξαιτίας του μεγάλου αναταγωνισμού της με την Αυστρία για την κυριαρχία στα αδριατικά παράλια.
Η ίδρυση του αλβανικού κράτους που είχαν επιδιώξει και οι δύο δυνάμεις ως προσωρινή λύση, έφερε αντίθετα αποτελέσματα γιατί προέκυψε αμέσως το ζήτημα της κηδεμονίας του.

Στην Αλβανία παράλληλα την περίοδο αυτή επικρατούσε πολιτικό χάος. Επίσης για την περιοχή και ιδιαίτερα για τη Βόρειο Ήπειρο ήταν άμεσα ενδιαφερόμενη και η ουδέτερη Ελλάδα.
Έτσι και οι δύο εμπόλεμες παρατάξεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου χρησιμοποιώντας και το Βορειοηπειρωτικό, προσπαθούσαν, ανάλογα με τα συμφέροντα τους, είτε να προσεταιρισθούν τις δύο χώρες (Ελλάδα και Ιταλία) είτενα τις διατηρήσουν τουλάχιστον ουδέτερες.
Στις αρχές Οκτωβρίου 1914 η Ιταλία γνωστοποίησε και στους δύο συνασπισμούς ότι ως μόνη ουδέτερη χώρα, απ’ αυτές που υπέγραψαν το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το1913 για την ίδρυση του αλβανικού κράτους, θα έπαιρνε δικαιωματικά όλα τα απαραίτητα μέτρα που θα εξασφάλιζαν την ανεξαρτησία και την ουδετερότητα της Αλβανίας.

Στο θέμα αυτό ο Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Έντυουαρντ Γκρέυ επέστησε την προσοχή της ιταλικής κυβερνήσεως στο πρόβλημα των λιμοκτονούντων Μωαμεθανών της Ηπείρου και στις σφαγές των χριστιανικών πληθυσμών. Επείδη όμως η Μ. Βρετανία αμφέβαλε στο αν η κυβέρνηση της Αυτόνομης Πολιτείας θα είχε τη δυνατότητα να διατηρήσει την τάξη στη Βόρειο Ήπειρο γνωστοποίησε στην Ιταλία, με τον πρεσβευτή της στη Ρώμη, ότι και με τη σύμφωνη γνώμη των συμμάχων της, θα εξουσιοδοτούσε την Ελληνική Κυβέρνηση να αποστείλει στρατιωτική δύναμη στην περιοχή, η οποία θα αποσυρόταν όταν το ζητούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Δήλωσε επίσης ότι η Ελλάδα δεν θα είχε αντιρρήσεις για την κατάληψη του Αυλώνα από τους Ιταλούς.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός Σαλάντρα αν και πρόβαλε άρνηση να συνεννοηθεί απευθείας με την Ελλάδα για την προσωρινή κατάληψη της Βορείου Ηπείρου, έκανε γνωστό ότι δεν θα είχε αντίρρηση να σταλεί μικρή στρατιωτική δύναμη για να διατηρήσει την τάξη στην περιοχή.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, επειδή διέβλεπε τους τεράστιους κινδύνους που απειλούσαν την ελεύθερη Βόρειο Ήπειρο εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων της Ιταλίας, δεν δίστασε να επωφεληθεί από την εξουσιοδότηση, έστω και υπό όρους.
Η διαταγή για την επιστροφή του Ελληνικού Στρατού εκδόθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1914 με την υπογραφή του Πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος είχε ενημερώσει σχετικά την Βουλή των Ελλήνων για την εξουσιοδότηση των Μ. Δυνάμεων.
Στις οδηγίες που δόθηκαν την επομένη με άλλη διαταγή, καθοριζόταν αυστηρά να αποφευχθούν κάθε είδους τελετές και υποδοχές γιατί η εντολή που είχε αποσπάσει η Ελληνική Κυβέρνηση δεν δικαιολογούσε τέτοιες εκδηλώσεις. Άλλωστε υπήρχε ο φόβος να τις θεωρήσουν ως πρόκληση οι προστάτιδες δυνάμεις της Αλβανίας, η Ιταλία και η Αυστρία. Η εξουσιοδότηση που είχε η Ελλάδα από την πλευρά της Αντάντ ήταν η δύναμη που θα έστελνε στη Β. Ήπειρο να είχε καθαρά αστυνομικό ρόλο.
Ασφαλώς η ίδια εντολή, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι μυστικές υποσχέσεις για ευνοϊκή μελλοντική ρύθμιση του θέματος της Β. Ηπείρου, ήταν μια σοβαρή και επίσημη αναγνώριση ότι η Ελλάδα είχε δικαίωμα να ενδιαφέρεται για την τύχη των Βορειοηπειρωτών.

Η 8η Μεραρχία  έχοντας έδρα την Κέρκυρα και Διοικητή τον Συνταγματάρχη Δ. Ιωάννου αποβιβάστηκε στους Άγιους Σαράντα στις 13 Οκτωβρίου το απόγευμα και το πρωί της επομένης τα τμήματα της  ξεκίνησαν για τους προορισμούς τους. Από την άλλη πλευρά η 9η Μεραρχία με Διοικητή τον Αναστάσιο Παπούλα εγκατάσταθηκε στην Πρεμετή στις 17 Οκτωβρίου.
Παρά τη διαταγή στην Κορυτσά έγινε επίσημη και ενθουσιώδης υποδοχή του 26ου Συντάγματος Πεζικού του Ελληνικού Στρατού από το Σύνταγμα του Αυτονομιακού Στρατού της περιοχής, τις Αρχές και ολόκληρο το λαό της πόλης. Το ίδιο έγινε και σε άλλες πόλεις της Β. Ηπείρου.

 
Παράλληλα στις 14 Οκτωβρίου 1914 ο Πρόεδρος της Αυτονόμου Ηπείρου Γεώργιος Χρηστάκη Ζωγράφος επέστρεψε στη Βουλή των Ελλήνων όπου και ορκίστηκε Βουλευτής Αττικής και Βοιωτίας.

Την ίδια μέρα ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωνε στην αγόρευση του ότι η Ελλάδα εξακολουθούσε να αναγνωρίζει την απόφαση της Πρεσβευτικής Συνδιασκέψεως του Λονδίνου για την Αλβανία, αλλά παράλληλα αναγνώριζε και το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, τονίζοντας ότι εξαιτίας της ανώμαλης πολιτικής κατάστασης στην Αλβανία δεν ήταν δυνατόν εφαρμοστεί.
Επεσήμανε επίσης πως η παρουσία του Ελληνικού Στρατού στη Βόρειο Ήπειρο αποτελούσε εγγύηση για την αποκατάσταση της τάξης και της ασφάλειας και την ομαλή εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας, όποτε οι Μεγάλες Δυνάμεις δημιουργούσαν τους αναγκαίους όρους.

Τον Βενιζέλο διαδέχθηκε στο βήμα ο Γεώργιος Χρ. Ζωγράφος κάτω από τα θερμά χειροκροτήματα των Ελλήνων Βουλευτών.
Στον απαντητικό λόγο του προς τον Πρωθυπουργό, δήλωνε ότι η ανακατάληψη μόνο προσωρινά ικανοποιούσε τις ανάγκες των Ηπειρωτών που αγωνίσθηκαν. Επίσης υπογράμμισε ότι δεν ήταν δυνατόν να αποδεχθούν οι Ηπειρώτες να τους αφαιρεθεί το δικαίωμα να είναι Έλληνες, αφού για τόσους αιώνες κάτω από σκληρή δουλεία και με τόσα βάσανα κατόρθωσαν να διατηρήσουν την εθνότητα τους.
Τέλος τόνισε πως είχε γίνει πεποίθηση όλων ότι «η απελευθέρωση είναι τελειωτική», ολοκληρώνοντας υπό τις επευφημίες των Βουλευτών.
 
Η κατάσταση όμως για τους πρωτεργάτες του Βορειοηπειρωτικού Αγώνα που είχαν αποχωρήσει από τον Ελληνικό Στρατό για να καταταγούν σε αυτόν της Αυτονόμου Ηπείρου, γινόταν πολύ δύσκολη, αφού έπρεπε να δικαστούν ως «λιποτάκτες».
Επίσης οι βαθμοί που τους δόθηκαν από την Προσωρινή Κυβέρνηση Ζωγράφου κατά την ένταξη τους στον Αυτονομιακό Στρατό ή για τη δράση τους στα πεδία των μαχών, τόσο για τους αξιωματικούς όσο και για τους υπαξιωματικούς, δεν αναγνωρίστηκαν.
Τελικά οι περισσότερες από τις δίκες των «λιποτακτών» δεν έγιναν και όσες είχαν αρχίσει δεν ολοκληρώθηκαν, αφού τους δόθηκε «γενική αμνηστία».
 Πολύ σύντομα άλλωστε, τα γεγονότα που επακολούθησαν ήταν τόσο συγκλονιστικά που η προσοχή του κόσμου στράφηκε σε αυτά.
Ο Αυτονομιακός Αγώνας αν δεν λησμονήθηκε εντελώς, με τον καιρό πέρασε στο περιθώριο της επικαιρότητας.
 
 
Το θέμα της Αυτονομίας που για καιρό προκάλεσε τόσους «πονοκεφάλους» στην Ελληνική Κυβέρνηση και στον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, τελικά εξυπηρέτησε τους στόχους που επιδίωκε.
Οι ελληνικοί πληθυσμοί των βόρειων επαρχιών της Ηπείρου παρέμειναν στις πατρογονικές εστίες τους.

Έτσι ο Ελληνικός Στρατός κατείχε και πάλι τη γραμμή του 1912-1913 και η Σημαία της Αυτονόμου Πολιτείας κυμάτιζε στις πόλεις της Βορείου Ηπείρου μαζί με την Ελληνική Σημαία. Αργότερα θα δινόταν η διαταγή να αποσυρθεί το τιμημένο λάβαρο των Αυτόνομων Ηπειρωτών στο Εθνικό Μουσείο και η Ιδέα της Αυτονομίας να πάρει τη θέση της στη διπλωματική ιστορία της χώρας, ως χρήσιμη λύση σε δύσκολες καταστάσεις για τα εθνικά μας θέματα. 
Οπωσδήποτε η Προσωρινή Κυβέρνηση της Αυτόνομης Β. Ηπείρου είχε κάνει το καθήκον της, όπως το επέβαλλαν οι παραδόσεις και η Ιστορία του Έθνους.

Από τους νεκρούς που έπεσαν για τη σωτηρία της Β. Ηπείρου οι περισσότεροι ήταν Βορειοηπειρώτες. Πολλοί επίσης κατάγονταν από τη νότια Ήπειρο και από διάφορα μέρη της Ελλάδας και ορισμένοι είχαν έλθει από τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού.
Όλοι τους αγωνίστηκαν για τον ίδιο σκοπό και όλους τους δέχθηκε η φιλόξενη γη της Βορείου Ηπείρου, για την ελευθερία της οποίας με τόσο ενθουσιασμό ήρθαν εθελοντικά να αγωνισθούν και έπεσαν.
Στάθηκαν πιστοί στον προγονικό τους όρκο και αγωνίσθηκαν «υπέρ ιερών και υπέρ οσίων» τιμώντας τα ελληνικά όπλα.

Όσοι από αυτούς ήταν Ηπειρώτες τους αξίζει κάθε έπαινος γιατί αγωνίσθηκαν «και μόνοι και μετά πολλών» και παρέδωσαν την ιδιαίτερη πατρίδα τους την Ήπειρο πιο μεγάλη και ελεύθερη.
Για τους άλλους πάλι Έλληνες που έσπευσαν από κάθε γωνιά της γης για να αγωνισθούν, να πέσουν και να ταφούν μακρυά από τον τόπο τους για την ελευθερία των σκλαβωμένων αδερφών τους, αξίζει ο έπαινος «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος».

Το σπουδαιότερο όμως όλων είναι ότι όλοι αυτοί οι νεκροί άφησαν το εργο τους παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενεές των Ελλήνων:
Να μην ξεχνούν ποτέ τη Βόρειο Ήπειρο. 


(από το βιβλίο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού: Ο Βορειοηπειρωτικός Αγώνας)

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Aκούστε και σήμερα την εκπομπή ΒΟΡΕΙΟΣΗΠΕΙΡΟΣ.GR

Σήμερα ΤΕΤΑΡΤΗ  26/10/2011 από 16:30 έως 18:00 η εκπομπή "ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ.GR"  έρχεται και πάλι κοντά σας!
Οι παραγωγοί Σπύρος Ιωάννου, Αθηνά Κρεμμύδα & Αλέξανδρος Κορακίδης, έρχονται ανανεωμένοι με φορτισμένες μπαταριές για να ταράξουν τα ήρεμα νερά του συστήματος!
 
 
Συντονιστείτε στο ΡΑΔΙΟ ΑΣΤΥ  90.6 FM ή Live στο http://www.24radio.gr/code/station.php?station_id=724 
Επικοινωνία ή για να βγείτε αέρα 2109407000 και SMS στο 6978821141
Ο Σπύρος, η Αθηνά και ο Αλέξανδρος μας επιφυλάσουν σημαντικές αποκλειστικές ειδήσεις.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Μητροπολίτης Ανδρέας: Κρατάτε τα ιδανικά του Έπους του 1940-41. Ψηλά οι καρδιές. Μη φοβάστε τις δυσκολίες των καιρών και μη αποκάμνετε



ΙΕΡΑ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΔΡYΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,  ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ  &  ΚΟΝΙΤΣΗΣ

 Αριθ.  Πρωτ. 101                               

Εν Δελβινακίω τη 17η Οκτωβρίου 2011

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  152α

ΘΕΜΑ:  Αθάνατο το Έπος του 1940 - 41

             Αγαπητοί μου Χριστιανοί,
-Α-

             Όταν το πρωϊνό της Δευτέρας, 28ης Οκτωβρίου 1940, ακούστηκαν οι σειρήνες του πολέμου, ο Ελληνικός Λαός ξεχύθηκε στους δρόμους σαν να άρχιζε κάποιο πανηγύρι. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά τραγουδούσαν πατριωτικά τραγούδια και κατευόδωναν τους στρατιώτες μας, που «με το χαμόγελο στα χείλη» τραβούσαν για το Μέτωπο, απ’ όπου ήδη οι Ιταλοί επιδρομείς είχαν εισβάλει στην Χώρα μας. Όλοι οι Έλληνες, χωρίς κανένα ίχνος φόβου, έμοιαζαν σαν νάτανε μεθυσμένοι για τις νίκες του Στρατού μας, που τις μάντευαν και τις περίμεναν. Γινόταν αυτό που είχε πη ο εθνικός μας ποιητής, ο Κωστής Παλαμάς : «Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα. Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα».
              Ναι !  Μ’ εκείνο το κρασί της αθάνατης λεβεντιάς του Εικοσιένα είχαν μεθύσει οι Έλληνες του 1940. Γιατί, χωρίς να υπολογίσουν τους κομπασμούς του Μουσολίνι, χωρίς να λάβουν υπ’ όψη τους την υπεροπλία και τον τεράστιο αριθμό των Ιταλών στρατιωτών. Και, κυρίως, χωρίς να πτοηθούν από το στοιχείο του αιφνιδιασμού, είπαν τον λόγο του πρωθυπουργού Ιωάννου Μεταξά προς τον Ιταλό πρεσβευτή, τον Γκράτσι, που τον επισκέφθηκε στο σπίτι του, στις 3 μετά τα μεσάνυχτα, ξημερώνοντας η 28η Οκτωβρίου 1940 : «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο». Αυτή η φράση ήταν το θρυλικό «ΟΧΙ», που το επανέλαβαν κατόπιν οι Στρατιώτες μας και σύσσωμος ο Ελληνικός Λαός.

-Β-

 Αυτό το «ΟΧΙ» το εξέφραζε περίφημα με την δυνατή πέννα του ο τότε κορυφαίος αρθρογράφος και διευθυντής της Εφημερίδος «Η  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» αείμνηστος Γεώργιος Βλάχος. Σε άρθρο του, λοιπόν, που δημοσιεύθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1940 στην εν λόγω εφημερίδα και με τίτλο «το στιλέτον», ετόνιζε και αυτά :
«...Διατί πριν εδώ κινηθή προς τον πρωθυπουργικόν οίκον ο φαιδρότατος αντιπρόσωπός των και κινηθή εις την Ήπειρον ο στρατός των, δεν έρριπταν (οι Ιταλοί) ένα πρόχειρον βλέμμα εις την Ελληνικήν Ιστορίαν; 
... Πότε η Ελλάς παρεδόθη αμαχητί ; Πότε ενικήθη πριν ποτίση το χώμα της με την τελευταίαν ρανίδα του αίματός της ; Εις ποίαν στιγμήν έκαμε λογαριασμούς των δυνάμεών της προς τας δυνάμεις του αντιπάλου της, δια να μάθη έπειτα αν έχη την δυνατότητα να υπερασπίση την τιμήν της ; ... Φάρος λαμπροτάτου φωτός η Ελλάς καταυγάσασα τους αιώνας, έδωσεν εις όλην την ανθρωπότητα όχι μόνον την ζωήν, το φως, τον πολιτισμόν, τα γράμματα και τας τέχνας, αλλά και το παράδειγμα της αυτοθυσίας και του ηρωϊσμού... Κληρονόμοι πλούτου τόσον μεγάλου, βαρείς από τον φόρτον τόσων θρύλων και τόσων παραδόσεων, πως μας  εφαντάσθησαν τώρα (οι Ιταλοί) κύπτοντας εμπρός εις τα κατάστιχα των πετρελαίων και της βενζίνης και των μηχανοκινήτων μονάδων και αποφασίζοντας να παραδώσωμεν την Ιστορίαν μας εις τους αριθμούς, και εις τα πετρέλαια την τιμήν μας ; ... ΘΑ ΑΠΟΘΑΝΩΜΕΝ  ΟΛΟΙ
Διότι... εκεί εις την γωνίαν όπου ηλπίζαμεν ότι δεν θα μας φθάσουν αι σφαίραι και τα θραύσματα των οβίδων (της πολεμικής συρράξεως που κυριαρχούσε στην Ευρώπη), παρουσιάσθη εξαφνικά το στιλέτον. Θα το υποδεχθώμεν - το υπεδέχθημεν ήδη - με το μέτωπον υψηλά, με το στήθος προτεταμένον, με τας χείρας ενόπλους, με κάτι ανώτερον από τον χάλυβα, τα αεροπλάνα και το πετρέλαιον. Με το θάρρος και με τα πτερά της ψυχής. Θα αποθάνωμεν όλοι... 
Και αν οι Ιταλοί κατορθώσουν να νικήσουν ένα Λαόν,  ο οποίος  έχει  αποφασίσει  να αποθάνη ,  ε, τότε, θα είναι  η από αιώνων πρώτη μεγάλη και παράδοξος νίκη των. Αλλ  αὐτὸ δεν θα συμβή. Η Ἑλλὰς θα νικήση, θα νικήση η αυτοθυσία, το θάρρος, η Ιδέα - και το στιλέτον θα ηττηθή».  (Γ. Α. Βλάχου : Άρθρα του Πολέμου 1940-41, Αετός Α.Ε. Αθήναι 1945, σελ. 5-6).
-Γ-

 Όμως, η αγαπημένη μας Πατρίδα, πέρα από την αυτοθυσία και το θάρρος του Στρατού και του Λαού μας, είχε γερό αντιστύλι την Πίστη στον Τριαδικό Θεό και την εμπιστοσύνη στην Παναγία, την Ύπέρμαχο του Έθνους μας Στρατηγό. Γιατί, όταν τον Δεκαπενταύγουστο του 1940 ιταλικό υποβρύχιο εβύθιζε το εύδρομο «ΕΛΛΗ» στο λιμάνι της Τήνου, όπου βρισκόταν για ν’ αποδώση τιμές στην γιορτή της Θεομήτορος, ο Λαός μας είχε ακράδαντη την πεποίθηση, ότι η Θεοτόκος θα εκδικήση την πρωτοφανή εκείνη βεβήλωση. Και παρά το ότι η Ελληνική Κυβέρνηση για λόγους σκοπιμότητος δήλωσε ότι «αγνώστου εθνικότητος» υποβρύχιο έπληξε την «ΕΛΛΗ», η διαίσθηση του Λαού εγνώριζε τον θρασύδειλο δολοφόνο από την πρώτη στιγμή. Έτσι, όταν στις 28 Οκτωβρίου 1940 άρχισε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, οι Έλληνες ξεπροβόδιζαν τους στρατιώτες μας με την θερμή ευχή :  «Νικηταί υπό την σκέπην της Παναγίας». Και είναι ακριβώς αυτή η ευχή, που γράφτηκε σαν αφιέρωση πίσω από τις μικρές εικόνες της Μεγαλόχαρης από τον Μεγάλο εκείνο Πρωθιεράρχη, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο τον από Τραπεζούντος, τις οποίες εικόνες είχε δώσει εντολή να προσφερθούν σε όλα τα μαχόμενα παιδιά της Πατρίδος μας: «Νικηταί υπό την σκέπην της Παναγίας».

-Δ-

            Αυτήν ακριβώς την βοήθειαν της Κυρίας Θεοτόκου ας ακούσουμε πως την περιγράφει, πάλι με την δυνατή πέννα του, ο Γεώργιος Βλάχος, ο διευθυντής και αρθρογράφος της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ», μετά την κατάληψη της Κορυτσάς : «Εκεί, εις το μακρυνό νησί του Αιγαίου (στην Τήνο) επιστρέφει τώρα η Υπέρμαχος Στρατηγός. Η θύρα της Εκκλησίας είναι κλειστή. Τα κανδήλια φωτίζουν με το ωχρό τους φως την εικόνα, και γύρω λάμπουν ασημένια, χρυσά, αδαμαντοκόλλητα τα αναθήματα των πιστών. Η θύρα είναι κλειστή και η Παναγία περνά. Θα σταθή εκεί εμπρός εις το Ιερόν, να ζητήση την προστασίαν των Ουρανών δια τους νεκρούς, δια τα ορφανά του πολέμου. Θα υψώση τα χέρια Της δια να απαλύνη των τραυμάτων τους πόνους, με το μειδίαμά της θα στειρεύση τα δάκρυα, με το βλέμμα της θα παρηγορήση. Και έπειτα θα καθήση κατάκοπος : Είχεν αυτές τις ημέρες δουλειά, πολλή δουλειά η Παναγία επάνω εις τα βουνά της Ηπείρου...» (Γ.Α. Βλάχου ο.π. σελ. 57).

-Ε-

             Ναι, αγαπητοί μου Χριστιανοί !  Αυτό είναι σε αδρές γραμμές το θαύμα του 1940-41, που είχε δύο αρχές : Την αυτοθυσία και τον ηρωϊσμό του Στρατού μας, καθώς και την Πίστη την ακλόνητη στην βοήθεια του Θεού και στην προστασία της Παναγίας, της Ηγεσίας - Πολιτειακής, Πολιτικής, Στρατιωτικής και Εκκλησιαστικής. Μας χρειάζονται και σήμερα αυτά τα ιδανικά, σε καιρούς που ο αμοραλισμός και η αδίστακτη κερδοσκοπία έχουν αρχίσει αδίστακτα την προσπάθειά τους να συντρίψουν ό,τι κράτησε όρθιο τον μικρό μεν σε έκταση, αλλά κατάφορτο από δόξα αυτόν τον τόπο. Κρατάτε, λοιπόν, τα ιδανικά του Έπους του 1940-41. Ψηλά οι καρδιές. Μη φοβάστε τις δυσκολίες των καιρών και μη αποκάμνετε. Ο Θεός θα μας εξαγάγη «εις αναψυχήν», όπως τότε, όπως πάντα.

            Χρόνια πολλά σε όλους, άγια και αγωνιστικά.  

Διάπυρος προς Χριστόν ευχέτης
Ο   ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
†  Ο Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης  Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ

ΣΦΕΒΑ: 28η Οκτωβρίου 1940 Χθες-Σήμερα-Πάντα



71 χρόνια πέρασαν από την Ημέρα που ο Πρωθυπουργός της Νίκης Ιωάννης Μεταξάς αντέταξε το «ΟΧΙ» στον ιταμό εισβολέα και η αλησμόνητη γενιά του ΄40 έγραψε με το αίμα της και « με το χαμόγελο στα χείλη» χρυσοπόρφυρο τον Ύμνο στην Ελευθερία στις χιονοσκεπείς κορυφές της Πίνδου και της Βορείου Ηπείρου.

 71 χρόνια, από εκείνη την ιστορική ώρα που η Ελλάδα ανέτρεψε τα σχέδια της τότε «Νέας Τάξεως» και έδωσε ηχηρό ράπισμα στις σιδερόφρακτες δυνάμεις του ολοκληρωτισμού.

 Σήμερα, 71 χρόνια μετά, οι επίγονοι των σφαγέων του Διστόμου, των Καλαβρύτων, της Κανδάνου και του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής, μαζί με τους επιγόνους των απόλεμων «πουρκουάδων» των Παρισίων και σε αγαστή συνεργασία με τους εντόπιους γραικύλους, εφορμούν και πάλι ενάντια στην Πατρίδα μας, τη θέτουν υπό κηδεμονία και σκοπούν στην πλήρη υποδούλωσή της.

 Αδελφοί Συνέλληνες ,σήμερα, τη μέρα της Μεγάλης του Έθνους Γιορτής, ας θέσουμε τους εαυτούς μας σε αυστηρή εθνική περισυλλογή και ας αναλογισθούμε «τι χάσαμε, τι έχουμε, τι μας πρέπει»!

 -Υψώνουμε στα σπίτια μας περήφανη τη Γαλανόλευκη
 -Χειροκροτούμε στις παρελάσεις τη μαθητιώσα νεολαία και τα στρατευμένα παιδιά του λαού μας
 -Ακούμε τα τραγούδια της Νίκης και της Λευτεριάς, απαξιώνοντας τις τουρκικές σαπουνόπερες της «ελληνικής» τηλεοράσεως.
 -Παρακινούμε τον πατέρα και τον παππού να μας μεταφέρουν το άρωμα εκείνης της αλησμόνητης εποχής.

 Ας ζήσουμε τούτη τη Μεγάλη Μέρα κρυστάλλινα, ανόθευτα και Ελληνικά!
 Μας χρειάζεται η θερμουργός πνοή της για τον αγώνα που έρχεται! Έναν αγώνα που τον χρωστάμε σε κείνους που θα ‘ρθουν, στις θυσίες των προγόνων μας, αλλά και στους 13600 αξιωματικούς και οπλίτες που παρέμειναν αιώνιοι φύλακες της Βορειοηπειρωτικής γης, υφαίνοντας με το αίμα τους τη σύγχρονη των Ελλήνων Εποποιία.

                                                                       Αθήνα, 24-10-2011
                                                                      Το ΚΔΣ της ΣΦΕΒΑ

Aγάπη και ενότητα, όχι αυτοκαταστροφή


Του καθηγητή Δημήτρη Παππά
                         
Οι σημερινές δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες στο χώρο μας, ιδίως στα χωριά μας, απαιτούν να επικρατήσει η αγάπη και η ενότητα ανάμεσα στους ανθρώπους μας, ιθύνοντες και απλούς.                            


Δυστυχώς, όμως,  οι αλληλένδετες χριστιανικές έννοιες αυτών των λέξεων, που είναι περιζήτητες, εξασθενούν  και πολλάκις φουντάρουν.                            

 Αναρωτιέστε,  λοιπόν, γιατί συμβαίνει αυτό;                            
 Γιατί δεν υπάρχει φρόνηση και συναινετικό πνεύμα.                            
 Γιατί οι προσπάθειες των εκλεγμένων αρχόντων μας σε διάφορους φορείς και οργανισμούς δεν ανταποκρίνονται πάντοτε στις συγκεκριμένες συγκυρίες.                             
 Γιατί δίνεται προτεραιότητα στην υλική και όχι πνευματική ζωή, όχι στα προβλήματα ηθικής τάξεως.                             
 Γιατί οι περισσότεροι συμπολίτες μας αγνοούν ότι ο Χριστός, πριν οδηγηθεί στον Γολγοθά, προσευχόμενος, παρακάλεσε τον πατέρα του να φωτίσει τους ανθρώπους να  ζουν  αγαπημένοι και ενωμένοι.                            
 Γιατί υπάρχουν  νεόπλουτοι με αθέμιτα μέσα, που προκαλούν, κατά  κάποιον τρόπο ,τους ανθρώπους της δουλειάς και του μόχθου. Οι τέτοιοι δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι η αγάπη και η  ενότητα προωθούν τα εθνικά μας ζητήματα.                            
 Γιατί υπάρχουν μερικοί, συνήθως ηλικιωμένοι ή παρήλικες, που κουβαλούν νοοτροπίες και χαρακτηριστικά ενός παρελθόντος ηθικά βεβαρημένου. Αυτοί πολλές φορές αντιτάσσονται στους κρατικούς ή ηθικούς νόμους και συνεπώς δεν ευνοούν την ενότητα.                            
 Γιατί αρκετοί βιώνουν καχυποψίες, αντιζηλίες, μίση και πάθη, στέκονται αλάργα από την Εκκλησία, από τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό μας. Επομένως, αυτοί είναι φυσικό να μη μπορούν ν’αγγίξουν την αγάπη και την αρμονική συμβίωση.                            
 Γιατί υπάρχουν άνθρωποι ακαλλιέργητοι πνευματικά. Αυτοί είναι φίλαυτοι, εγωιστές, βλάσφημοι, ημιμαθείς, άδικοι. Άνθρωποι αφελείς που ό,τι ακούν το υιοθετούν και το σερβίρουν χωρίς κριτήριο. Άνθρωποι κουτσομπόληδες, μοχθηροί, που εκτοξεύουν αβάσιμες κατηγορίες, μάλιστα  εναντίον έντιμων προσώπων, που αγωνιούν και αγωνίζονται για το  καλό του Ελληνισμού, για το καλό του τόπου μας.                            

 Έτσι, περνώντας  μία των ημερών, σε κεντρικό  σημείο του χωριού μας, συνάντησα  τρεις τέσσερις  παρήλικες που κάθονταν σ΄ ένα πεζούλι. Αφού χαιρετηθήκαμε, με ρώτησαν για ένα γνωστό και δραστήριο πρόσωπο, που ασχολείται με τα κοινά και τα προβλήματα του Ελληνισμού. 
Εκείνοι άρχισαν τις συκοφαντίες εναντίον του αδίκως και παραλόγως. Τους εξήγησα πώς  έχουν τα πράγματα και ήρθα σε αντιπαράθεση, λέγοντάς τους ότι οι τέτοιες συμπεριφορές μας αλαργεύουν από τη αγάπη και την ενότητα,  τις οποίες χρειαζόμαστε πολύ στο σημερινό γίγνεσθαι. Και τους απέδειξα πραγματικά πως πραγματοποιείται η πολυπόθητη ενότητα. Μου φαίνεται ότι με κατάλαβαν και ζήτησαν να ξανασυναντηθούμε.                            

 Επομένως, για  να μπορέσουμε να αποφύγουμε  τα χειρότερα, πρέπει οι αρμόδιοι(δεν  αναφέρομαι σ’ αυτούς),να βρίσκονται, κατά περιόδους, κοντά στο λαουτζίκο,  ν’ ακούν τη φωνή  των απλών ανθρώπων και να τους βοηθούν, ώστε να ζουν και να δρουν ενωμένοι και αγαπημένοι.                            

 Το τι και  πως πρέπει να γίνει, ας το  σκεφτούμε όλοι, εκφράζοντας γνώμες  και προτάσεις, για να οδηγηθούμε  προς το καλύτερο και ν’  αποφύγουμε την αυτοκαταστροφή.

Οι χορηγοί για τα έργα του Χλωμού


- απ’ την ομιλία του προέδρου της Αδελφότητας Χλωμιωτών Αθήνας κ. Απόστολου Τάγαρη στο 11ο Αντάμωμα Πωγωνησίων στο Χλωμό στις 14.08.2011 -
  
 Με μεγάλη  επιτυχία συνεχίζει η ανάπτυξη του ξακουστού Χλωμού με τη βοήθεια όλων των Χλωμιωτών (εσωτερικού και εξωτερικού).

Ο πατριωτισμός, ο πόνος, το πάθος, ο πολιτισμός, η συνεργασία και πάνω από όλα η ενότητα έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στο ξεκίνημα των έργων. Η ξενιτιά δεν αλλοίωσε το πάθος και την αγάπη των Χλωμιωτών για τη γενέτειρα τους. Αυτό αποδεικνύεται από την προσφορά και τη συμμετοχή τους. 

Η μεγαλύτερη προσφορά έγινε από τον σύλλογο Χλωμιωτών της Νέας Υόρκης (10.500 $) με πρόεδρο τον κ. Νικόλαο Τάγαρη, γραμματέα τον κ. Σταύρο Πάντο και τον ακούραστο αντιπρόεδρο κ. Σταύρο Ζαφείρη. Επίσης πρέπει να ευχαριστήσουμε τους κύριους Γιώργο Μπεζιάνη και τον Θύμιο Παπαδημήτρη. Συγχαρητήρια αξίζουν και στο δάσκαλο Σταύρο Γκαντίνα. 

Ακολουθούν τα ονόματα των Χλωμιωτών του εξωτερικού που προσέφεραν χρήματα για την πραγματοποίηση των έργων     

1.Σταύρος Πάνος (5.000 $)     
2.Σεβαστή Τάγαρη (1.100 $)     
3.Παντελής Πάνος (1.000 $) 
4.Σταύρος Γκαντίνας (650 $)    
5.Γιώργος Αηδόνης (400 $)     
6.Μίλτος Μπα'ι'νίκος (300 $)     
7.Παναγιώτης  Παπάς (200 $)     
8.Γιώργος Παπάς (200 $)     
9.Ξενοφών Μούκας (100 $)
10.Θεοφάνης Καμπέρης (500$)                                                                                            
11.Κλεοπάτρα  Αηδόνη (200 $)   
12.Παναγιώτης  Γκαντίνας (150 $)    
13.Σύλλογος Σικάγου (600 $)   
14.Ηλίας Τάγαρης (100 $)   
15.Σωκράτης Σιλίρας (100 $)   
16.Θωμάς Σιλίρας (100 $)   
17.Σωκράτης Πάνος (100 $)   
18.Σοφοκλής Βασιλιάδης (100 $)                  
                    
  Επίσης ευχαριστούμε τους συνδρομητές του συλλόγου Χλωμιωτών με έδρα την Αθήνα. Τα έργα στο Χλωμό θα συνεχιστούν και θα έχουμε μεγαλύτερη συμμετοχή. Να συγχαρούμε και το συνεργείο του κ. Θεόδωρου Κεχαγιά.